Πήραν αυτοί το σουβλερό το λιόξυλο στα χέρια, το μπήξανε στο μάτι του, κι εγώ από πάνω τότες το στριφογύριζα καθώς ο ξυλουργός τρυπάνι στριφογυρνάει σε καραβιού δοκάρι, κι αποκάτου τραβάν οι άλλοι από τις δυό τις άκρες το δεμένο λουρί· και το κουνούν γοργά, και δος του αυτό γυρίζει· παρόμοια το δαυλό κι εμείς τον πυρωμένο μέσα στο μάτι του γυρνούσαμε, κι έτρεχε γύρω το αίμα. Το μάτι καίγουνταν, κι ο αχνός ματόφυλλα και φρύδια καψάλιζε, κι οι ρίζες τους από την πύρα τρίζαν. Πώς όταν το σκεπάρνι του για το τρανό πελέκι χώνει στο κρύο νερό χαλκιάς, χοχλοβουΐζει εκείνο, σκληραίνοντας και δύναμη στο σίδερο γεννώντας, έτσι το μάτι τσίριζε στο λιόξυλο τριγύρω. Μούγκριζ' εκείνος φοβερά, κι αχολογούσε ο βράχος, και φεύγαμ' εμείς τρέμοντας σαν έσυρε απ' το μάτι το λιόξυλο με τα αίματα βαμμένο πέρα ως πέρα.
Το μάτι καίγουνταν, κι ο αχνός ματόφυλλα και φρύδια καψάλιζε, κι οι ρίζες τους από την πύρα τρίζαν. Πώς όταν το σκεπάρνι του για το τρανό πελέκι χώνει στο κρύο νερό χαλκιάς, χοχλοβουΐζει εκείνο, σκληραίνοντας και δύναμη στο σίδερο γεννώντας, έτσι το μάτι τσίριζε στο λιόξυλο τριγύρω. Μούγκριζ' εκείνος φοβερά, κι αχολογούσε ο βράχος, και φεύγαμ' εμείς τρέμοντας σαν έσυρε απ' το μάτι το λιόξυλο με τα αίματα βαμμένο πέρα ως πέρα. Το πέταξε απ' τα χέρια του τρελλός από τον πόνο, και χούγιαξε φωνάζοντες τους Κύκλωπες να ρθούνε απ' τις σπηλιές που φώλιαζαν πάς στ' άγρια κορφοβούνια.
Δε θα με κάνη η όχτρητα του Δία να σας αφήσω, ή εσένα ή τους συντρόφους σου, σα δεν το θέλω ατός μου. Λέγε μου ως τόσο, που άραξες τ' ωριόφτιαστο καράβι; σε κάποιαν άκρη, ή πιο κοντά; τί αυτό να ξέρω θέλω.