Τούς πήρε, τους κομμάτιασε, τους τοίμασε για δείπνο, και σα λιοντάρι του βουνού τους τρώει χωρίς ν' αφήση σπλάχνο, ψαχνό, για κόκκαλο γεμάτο από μεδούλι. Κι εμείς στο Δία κλαίγοντας σηκώναμε τα χέρια, τέτοια καμώματα φριχτά θωρώντας σαστισμένοι. Κι ο Κύκλωπας τη διάπλατη σα γέμισε κοιλιά του, κρέατ' ανθρώπου τρώγοντας και γάλα αγνό ρουφώντας, μες στη σπηλιά ξαπλώθηκε σιμά στα πρόβατά του. Τότες εγώ στοχάστηκα μες στην τρανή ψυχή μου, να πάω κοντά, το κοφτερό σπαθί μου να τραβήξω, και να το μπήξω ολόϊσα στα στήθια, εκεί που ο φράχτης βαστάζει το συκώτι, αφού τον ψάξω με τα χέρια.
Κι εμείς που εδώ βρεθήκαμε, προσπέφτουμέ σου τώρα, φιλοξενιά ή και χάρισμα κανένα να μάς δώσης, σαν που σε ξένους συνηθούν. Σεβάσου, ώ δυνατέ μου, και τους θεούς· ικέτες σου στεκόμαστε ομπροστά σου, Ξένους κι ικέτες αγαπάει ο Δίας να διαφεντεύη ο θεός των ξένων των ιερών, που πάει μαζί τους πάντα.
τί αυτό να ξέρω θέλω. Αυτά είπε δοκιμάζοντας, μα δε με γέλαε εκείνος εμένα τον πολύξερο, και του απαντώ με δόλο· Ο τρανταχτής μου τσάκισε το πλοίο, ο Ποσειδώνας, πετώντας το κατάβραχα σε κάβο εδώ της γης σας· οι ανέμοι από τα πέλαγα το σπρώξανε, μα ετούτοι μαζί μ' εμένα ξέφυγαν το φοβερό το τέλος.
Τούς πήρε, τους κομμάτιασε, τους τοίμασε για δείπνο, και σα λιοντάρι του βουνού τους τρώει χωρίς ν' αφήση σπλάχνο, ψαχνό, για κόκκαλο γεμάτο από μεδούλι. Κι εμείς στο Δία κλαίγοντας σηκώναμε τα χέρια, τέτοια καμώματα φριχτά θωρώντας σαστισμένοι.